Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Φόρμιγξ

Η Φόρμιγξ ήταν έγχορδο μουσικό όργανο της ελληνικής αρχαιότητας, και συγκεκριμένα της εποχής του Ομήρου. Το συναντάμε από τον 9ο μέχρι τον 6ο αι. π.Χ.. Αργότερα παραχώρησε την θέση της στην κιθάρα και την λύρα.

Ο Όμηρος αναφέρει στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, ότι ήταν καλυμμένη χρυσάφι και ελεφαντόδοντο και οι ήχοι της συνόδευαν τον ποιητή κατά την απαγγελία του έπους.

Αρχαιολογικά ευρήματα, καθώς και κείμενα του Ησίοδου και του Αριστοφάνη μας λένε ότι είχε τέσσερις χορδές, όπως και τέσσερις νότες είχε η Ιωνική μουσική.


Σύμφωνα με τη μυθολογία η πρώτη λύρα κατασκευάστηκε από το Θεό Ερμή και ήταν δώρο προς το Θεό Απόλλωνα ώστε εκείνος να τον συγχωρήσει γα την κλοπή των βοδιών του. Αποτελούταν από καβούκι χελώνας και χορδές από τα εντόσθια ζώων. Κατά την Ελληνική και Ρωμαϊκή Κλασική Αρχαιότητα συνοδευόταν με απαγγελία στίχων. Η λύρα της κλασικής αρχαιότητας είναι παρόμοια σε εμφάνιση με μικρή άρπα, αλλά με ορισμένες διαφορές. Αποτελούνταν από το αντηχείο, τους δύο βραχίονες και το ζυγό. Παιζόταν με τα χέρια με χρήση πένας (πλήκτρο), σαν κιθάρα ή σαντούρι, και όχι σαν άρπα. Τα δάκτυλα του ελεύθερου χεριού φιμώνουν τις ανεπιθύμητες συμβολοσειρές στην απήχηση[ασαφές]. Αρχικά είχε 7 ή 8 χορδές, η καθεμιά από τις οποίες είχε κι ένα ιδιαίτερο όνομα. Ο ήχος της έμοιαζε με αυτόν της κιθάρας, αν και ήταν ξερός. Αργότερα εμφανίστηκαν και εννιάχορδες λύρες.

Ερευνητές από το ΤΕΙ Κρήτης, τμήμα Μηχανικών Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής, κατέγραψαν για πρώτη φορά τις ακουστικές δυνατότητες της αρχαίας λύρας χέλυς που συνόδευε τους αρχαίους Έλληνες αοιδούς.[1]

Μετεξέλιξη της  λύρας με δοξάρι (lura) είναι οι σύγχρονες αχλαδόσχημες και φιαλόσχημες λύρες που χρησιμοποιούνται σε διάφορες περιοχές των Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας και παίζονται με δοξάρι. Ακουστικά, έχουν κάποια ομοιότητα με το βιολί. Διαφορετικός όμως είναι ο τρόπος που κρατείται η λύρα, καθώς δεν ακουμπάει το σκάφος της στον λαιμό/κάτω γνάθο του οργανοπαίκτη όπως το βιολί αλλά ακουμπάει συνήθως στο γόνατο του όταν είναι καθιστός, η στηρίζεται στην κοιλιακή χώρα όταν είναι όρθιος. Στην Ελλάδα, χρησιμοποιείται κυρίως στην Κρήτη (κρητική λύρα, αχλαδόσχημη), τα Δωδεκάνησα, (ιδιαίτερα στη Κάσο και την Κάρπαθο, ενώ στη Ρόδο παιζόταν μέχρι την δεκαετία του '60, για να επανεμφανιστεί πρόσφατα χάρη στην παρουσία του Ροδίτη Γιάννη Κλαδάκη), αλλά και στην βόρεια Ελλάδα. Οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης είχαν την πολίτικη λύρα (αχλαδόσχημη) και τέλος οι Πόντιοι χρησιμοποιούν τη φυαλόσχημη λύρα που λέγεται κεμεντζές, ή ποντιακή λύρα.

Οι νεότερες λύρες έχουν 3 χορδές και λόγω του έντονου ακουστικά χαρακτήρα τους, αποτελούν το κύριο όργανο (solo) με συνηθισμένη την συνοδεία άλλων οργάνων, όπως το λαούτο, το νταούλι, τη τσαμπούνα, το μαντολίνο κτλ.

Σήμερα οι λύρες μπορούν να πιστοποιηθούν, ως προς την ακουστική τους ποιότητα, με την βοήθεια μιας νέας επιστημονικής μεθόδου πιστοποίησης εγχόρδων μουσικών οργάνων που έχει αναπτυχθεί στο ΤΕΙ Κρήτης, Τμήμα Μηχανικών Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου